Γραμματική είναι η παραγωγή σκέψης.(ορ-1)
Με άλλα λόγια, η γραμματική είναι αυτή που παράγει τις σκέψεις.
Ακούγεται απλό, αλλά λέει τι είναι η γραμματική, όχι από τι αποτελείται. Ό,τι περνά για ορισμός της γραμματικής είναι στην πραγματικότητα περιγραφή, όχι ορισμός.
Σκέψεις είναι νοητικές, σύνθετες, προσομοιωμένες αναπαραστάσεις συμβάντων.(ορ-2)
Η γραμματική παράγει σκέψεις μέσω έξι θεμελιωδών εννοιών: μέρη του λόγου, εγκλίσεις, διαθέσεις, όψεις, προτάσεις και σύνταξη. Όλα τα υπόλοιπα (μορφολογία, λεξιλόγιο, στίξη, προφορά και ούτω καθεξής) είναι παραγραμματική.
Οι έννοιες αυτές δεν είναι καινούργιες. Η γραμματική ως επιστήμη θεμελιώθηκε από τους Έλληνες: από τον Σωκράτη (470–399 πριν από το Έτος 1) στον Κρατύλο του Πλάτωνα, ο οποίος εξετάζει την ορθότητα των ονομάτων και διακρίνει τα ονόματα (ὀνόματα) από τα ρήματα (ῥήματα)· από τον Διονύσιο τον Θράκα (περ. 170–90 πριν από το Έτος 1), του οποίου η Τέχνη Γραμματική κατέγραψε τα οκτώ μέρη του λόγου· και από τον Απολλώνιο τον Δύσκολο (2ος αιώνας μετά το Έτος 1), ο οποίος θεμελίωσε τη μελέτη της σύνταξης.
Όταν σκεφτόμαστε κάτι, τίθενται σε κίνηση και οι έξι έννοιες. Καμία σκέψη δεν είναι δυνατή χωρίς και τις έξι.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγμένος να παράγει σκέψη με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από τη γλώσσα. Η γραμματική είναι επομένως ένα πανανθρώπινο γνώρισμα που μας ενώνει όλους με έναν πολύ ιδιαίτερο αλλά παραγνωρισμένο τρόπο. Η γραμματική είναι καθολική· η γλώσσα δεν είναι.
Επικοινωνία είναι η ανταλλαγή μηνυμάτων που φέρουν νόημα.(ορ-3)
Κάθε μήνυμα που φέρει νόημα φέρει σκέψη, και καμία σκέψη δεν υπάρχει χωρίς γραμματική. Κάθε επικοινωνία είναι επομένως γραμματική.
Λέγεται συχνά ότι η γλώσσα είναι αυτό που δίνει φωνή στις σκέψεις, αλλά αυτό είναι μεταφορά, όχι ορισμός.
Γλώσσα είναι παραγραμματική επικοινωνία.(ορ-4)
Με άλλα λόγια, γλώσσα είναι η επικοινωνία μέσω της παραγραμματικής. Κάθε επικοινωνία είναι γραμματική, αλλά μόνο η γλώσσα είναι συγχρόνως γραμματική και παραγραμματική. Η γραμματική είναι ό,τι μοιράζονται όλες οι γλώσσες με κάθε σκέψη· η παραγραμματική είναι το ένδυμα που της δίνει η καθεμιά.
Ας πάρουμε μία απλή πρόταση: Εμείς αγοράσαμε ψάρια σήμερα το πρωί. Πείτε τη στα αγγλικά, στα δανικά, στα ισπανικά ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, και οι λέξεις αλλάζουν, οι καταλήξεις αλλάζουν, η σειρά των λέξεων μπορεί να αλλάξει. Η γραμματική όμως δεν αλλάζει.
Το Εμείς είναι αντωνυμία, το αγοράσαμε ρήμα, το ψάρια ουσιαστικό, το σήμερα επίρρημα, το το άρθρο και το πρωί ουσιαστικό.
Πολλές λέξεις μπορούν να ανήκουν σε διαφορετικά μέρη του λόγου σε διαφορετικά συμφραζόμενα, αλλά σε δεδομένα συμφραζόμενα κάθε λέξη ανήκει σε ένα μόνο. Παρμένες μία μία, οι αντίστοιχές τους ανήκουν στα ίδια μέρη του λόγου σε κάθε γλώσσα.
Στα ελληνικά ή στα ισπανικά, το εμείς μπορεί να δηλωθεί ρητά (εμείς, nosotros/as) ή να αφεθεί στην κατάληξη του ρήματος. Σε κάθε περίπτωση, η αντωνυμία υπάρχει. Διαφέρει μόνο η σήμανσή της, και αυτό είναι παραγραμματική.
Η πρόταση διατυπώνει ένα γεγονός. Είναι σε οριστική – σε όλες τις γλώσσες.
Το υποκείμενο ενεργεί: εμείς αγοράσαμε. Η πρόταση είναι σε ενεργητική διάθεση – σε όλες τις γλώσσες.
Η αγορά παρουσιάζεται ως μία ολοκληρωμένη πράξη. Η όψη είναι συνοπτική – σε όλες τις γλώσσες.
Είναι κύρια πρόταση κρίσεως – σε όλες τις γλώσσες.
Το Εμείς είναι υποκείμενο, το αγοράσαμε ρήμα, το ψάρια αντικείμενο και το σήμερα το πρωί επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου – σε όλες τις γλώσσες.
Έξι έννοιες, και καμία τους δεν αλλάζει μεταξύ των γλωσσών. Αυτό που διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα είναι ο τρόπος με τον οποίο κάθε γλώσσα τις δηλώνει: οι καταλήξεις της, η σειρά των λέξεων, η ορθογραφία, η προφορά και ούτω καθεξής. Αυτό είναι η παραγραμματική.
Πριν ειπωθεί ή γραφτεί οτιδήποτε, υπάρχει ως σκέψη. Δεν βρίσκουμε πρώτα τις λέξεις και μετά καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν. Πρώτα σκεφτόμαστε, και μετά αναζητούμε τις λέξεις. Η σκέψη είναι ήδη πλήρης στον νου, με όλες τις έξι έννοιες στη θέση τους, πριν οποιαδήποτε γλώσσα της δώσει μορφή.
Η γλώσσα έρχεται μετά. Επιλέγει τις λέξεις, τις καταλήξεις και τη σειρά των λέξεων, και αποφασίζει πόσο από τη σκέψη θα ειπωθεί φωναχτά. Ως τότε, η γραμματική έχει ήδη κάνει τη δουλειά της. Η γραμματική παράγει τη σκέψη· η γλώσσα την επικοινωνεί. Τα επόμενα δύο παραδείγματα το δείχνουν.
Ας πάρουμε μια άλλη πρόταση: Τα παιδιά έπαιζαν στον κήπο.
Μέρη του λόγου: τα άρθρο, παιδιά ουσιαστικό, έπαιζαν ρήμα, σε πρόθεση, τον άρθρο, κήπο ουσιαστικό (στον = σε + τον).
Έγκλιση: οριστική.
Διάθεση: ενεργητική.
Όψη: εξακολουθητική. Το παιχνίδι παρουσιάζεται ως κάτι που διαρκεί, όχι ως μία ολοκληρωμένη πράξη.
Πρόταση: κύρια πρόταση κρίσεως.
Σύνταξη: τα παιδιά υποκείμενο, έπαιζαν ρήμα, στον κήπο επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου.
Σε σύγκριση με την πρώτη πρόταση, διαφέρει μόνο η όψη. Αλλάζει μία έννοια, και η σκέψη αλλάζει μαζί της: μια ολοκληρωμένη αγορά γίνεται ένα παιχνίδι σε εξέλιξη.
Κάποιος ρωτά: Πότε φεύγεις; Απαντάτε με μία λέξη: Αύριο.
Λέγεται μία λέξη, κι όμως ο ακροατής καταλαβαίνει μια ολόκληρη σκέψη: [Εγώ φεύγω] αύριο. Οι λέξεις μέσα στις αγκύλες δεν λέγονται. Εννοούνται, και η γραμματική τις συμπληρώνει.
Μέρη του λόγου: [εγώ] αντωνυμία, [φεύγω] ρήμα, αύριο επίρρημα.
Έγκλιση: οριστική.
Διάθεση: ενεργητική.
Όψη: εξακολουθητική.
Πρόταση: κύρια πρόταση κρίσεως.
Σύνταξη: [εγώ] υποκείμενο, [φεύγω] ρήμα, αύριο επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
Και οι έξι έννοιες βρίσκονται σε λειτουργία, αν και ειπώθηκε μόνο μία λέξη. Αυτό σημαίνει ότι η γραμματική παράγει τη σκέψη: η σκέψη είναι πλήρης πριν επιλεγεί έστω και μία λέξη. Το πόσο από αυτήν λέμε φωναχτά είναι παραγραμματική.
Πριν απαριθμήσουμε τα μέρη του λόγου, ας τα ορίσουμε.
Μέρη του λόγου είναι μη σημειωτικές κατηγορίες αλληλεπιδρώντων εννοιών οι οποίες διασαφηνίζουν τη σημασιολογία του λόγου.(ορ-5)
Μη σημειωτικές σημαίνει ότι τα μέρη του λόγου δεν έχουν μορφολογία· δηλαδή, δεν λαμβάνουμε υπόψη τη μορφολογία όταν ασχολούμαστε με τα μέρη του λόγου. Σημασιολογία σημαίνει νόημα.
Συνεπώς, ο ορισμός κάθε μέρους του λόγου πρέπει να τηρείται αυστηρά και χωρίς καμία εξαίρεση.
Το μέρος του λόγου στο οποίο ανήκει κάθε λέξη σε μία συγκεκριμένη πρόταση καθορίζεται αποκλειστικά από τον ορισμό του οποίου τα κριτήρια ικανοποιεί κατ’ ουσίαν η λέξη αυτή.
Κάθε μέρος του λόγου έχει συγκεκριμένο ορισμό. Τα κριτήρια των ορισμών είναι αποκλειστικά σημασιολογικά, ποτέ μορφολογικά.
Τα μέρη του λόγου είναι δέκα, τα ίδια σε κάθε γλώσσα. Ορισμένες γλώσσες, όπως τα πολωνικά και τα κινεζικά, δεν έχουν άρθρα, και επομένως έχουν εννέα.
1. Ουσιαστικά
2. Άρθρα
3. Αντωνυμίες
4. Επίθετα
5. Ρήματα
6. Μετοχές
7. Επιρρήματα
8. Προθέσεις
9. Σύνδεσμοι
10. Επιφωνήματα
Ουσιαστικά είναι λέξεις που ονομάζουν οντότητες.(ορ-6)
Οντότητα είναι οτιδήποτε μπορούμε να ονομάσουμε: ένα πρόσωπο, ένα πράγμα, ένας τόπος, μια ιδέα. Τα ψάρι, Αθήνα, δάσκαλος και δικαιοσύνη είναι όλα ουσιαστικά, επειδή το καθένα ονομάζει μια οντότητα.
Αποφασίζει ο ορισμός, όχι η μορφή. Στο Το να κολυμπάς είναι υγιεινό, το να κολυμπάς έχει μορφή ρήματος, αλλά εδώ ονομάζει μια δραστηριότητα ως οντότητα. Ικανοποιεί τον ορισμό του ουσιαστικού, άρα είναι ουσιαστικό.
Άρθρα είναι οι λέξεις που καθορίζουν την επιλεκτικότητα των ουσιαστικών.(ορ-7)
Συγκρίνετε το Αγόρασα ένα ψάρι με το Αγόρασα το ψάρι. Με το ένα, το ψάρι δεν είναι επιλεγμένο: είναι οποιοδήποτε ψάρι. Με το το, το ψάρι είναι επιλεγμένο: είναι ένα συγκεκριμένο ψάρι που γνωρίζουν και ο ομιλητής και ο ακροατής. Το ουσιαστικό είναι το ίδιο· το άρθρο καθορίζει πόσο επιλεκτικό είναι.
Αντωνυμίες είναι λέξεις που χρησιμοποιούνται στη θέση ουσιαστικών.(ορ-8)
Στο Η Μαρία αγόρασε ένα ψάρι. Αυτή το μαγείρεψε., η λέξη αυτή μπαίνει στη θέση της Μαρίας, και η λέξη το στη θέση του ψαριού. Στην πρώτη μας πρόταση, το εμείς μπαίνει στη θέση των ονομάτων όσων αγόρασαν τα ψάρια.
Προσέξτε: το ίδιο το είναι άρθρο στο το ψάρι και αντωνυμία στο το μαγείρεψε. Αποφασίζει ο ορισμός, όχι η μορφή.
Επίθετα είναι λέξεις ή ομάδες λέξεων που προσδιορίζουν ουσιαστικά.(ορ-9)
Στο φρέσκο ψάρι, η λέξη φρέσκο προσδιορίζει το ουσιαστικό ψάρι, άρα είναι επίθετο.
Ένα επίθετο μπορεί να είναι και ομάδα λέξεων. Στο ψάρι από την αγορά, η ομάδα από την αγορά προσδιορίζει το ψάρι. Σύμφωνα με τον ορισμό, είναι επίθετο.
Ρήματα είναι λέξεις που παίρνουν υποκείμενο.(ορ-10)
Υποκείμενα πραγματώνουν τη σημασία των ρημάτων.(ορ-11)
Μόνη της, η σημασία του ρήματος αγοράζω είναι απλώς μια πράξη αγοράς, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο. Στο Εμείς αγοράσαμε ψάρια, το υποκείμενο εμείς πραγματώνει αυτή τη σημασία: η αγορά γίνεται πράξη που κάποιος πράγματι έκανε.
Μετοχές είναι παράγωγα ρημάτων τα οποία εισάγουν ανακτήσιμες ελλειπτικές προτάσεις.(ορ-12)
Η μετοχή αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη πρόταση που έχει συντομευθεί. Η πρόταση μπορεί πάντα να ανακτηθεί:
Έχοντας τραυματίσει το γόνατό του, γύρισε σπίτι με δυσκολία. = Επειδή είχε τραυματίσει το γόνατό του, γύρισε σπίτι με δυσκολία.
Ακούγοντας τα νέα, χάρηκε. = Όταν άκουσε τα νέα, χάρηκε.
Και στις δύο περιπτώσεις, η ελλειπτική πρόταση έχει ανακτηθεί, και το νόημα παραμένει το ίδιο.
Επιρρήματα είναι λέξεις ή ομάδες λέξεων οι οποίες προσδιορίζουν ρήματα, επίθετα, άλλα επιρρήματα, αλλά και προτάσεις ως προς τον χρόνο, τόπο, τρόπο, συχνότητα, βαθμό, τη στάση, την αντίληψη.(ορ-13)
Τα επιρρήματα απαντούν σε ερωτήσεις ως προς το πού;, πώς;, πότε;, πόσο; Το τελευταίο είναι επεκτάσιμο: πόσο συχνά; πόσο ψηλά; πόσο σίγουρα; πόσο καλύτερα; Τα επιρρήματα μπορούν να αποτελούν απαντήσεις αυτόνομα.
1. Η Μαρία τραγουδάει ωραία. Το επίρρημα ωραία προσδιορίζει το ρήμα τραγουδάει. Πώς τραγουδάει η Μαρία; Ωραία! Είναι τροπικό επίρρημα.
2. Μερικοί άνθρωποι είναι απίστευτα αφελείς. Το επίρρημα απίστευτα προσδιορίζει το επίθετο αφελείς. Είναι ποσοτικό επίρρημα, διότι δείχνει πόσο αφελείς είναι.
3. Πάμε για μπάνιο πολύ νωρίς. Το επίρρημα πολύ προσδιορίζει το επίρρημα νωρίς. Το πολύ είναι επίρρημα βαθμού· το νωρίς είναι χρονικό επίρρημα.
4. Ίσως δεν πιστεύουν σε σένα. Το επίρρημα ίσως προσδιορίζει την πρόταση δεν πιστεύουν σε σένα. Εκφράζει το πιθανόν.
Προθέσεις είναι λέξεις ή ομάδες λέξεων οι οποίες παίρνουν ουσιαστικά ή ονοματικές φράσεις ως αντικείμενα και εκφράζουν τόπο, χρόνο, διεύθυνση, αιτία, τρόπο κ.ά.(ορ-14)
Δεν νοείται πρόθεση χωρίς αντικείμενο.
1. Έδωσα τα βιβλία σε αυτούς. Η πρόθεση σε παίρνει το αντικείμενο αυτούς, μια αντωνυμία στη θέση ουσιαστικού, και εκφράζει διεύθυνση.
2. Τα κλειδιά είναι στην τσέπη μου. Η πρόθεση σε (στην = σε + την) παίρνει την ονοματική φράση την τσέπη μου και εκφράζει τόπο.
3. Μελέτησα το πρόβλημα σε βάθος. Η πρόθεση σε παίρνει το ουσιαστικό βάθος και εκφράζει τρόπο.
Ονοματικές φράσεις είναι οι φράσεις οι οποίες περιέχουν ή ουσιαστικά ή αντωνυμίες και μπορούν να λειτουργούν ως υποκείμενα, αντικείμενα ή κατηγορούμενα.(ορ-15)
1. δράμα → ουσιαστικό· πολύ δράμα → ονοματική φράση. Εάν η ταινία έχει πολύ δράμα, είναι συνήθως κουραστική. Το πολύ δράμα είναι το άμεσο αντικείμενο του ρήματος έχει.
2. ιστορία → ουσιαστικό· μεγάλη ιστορία → ονοματική φράση. Η ζωή της είναι μεγάλη ιστορία. Το μεγάλη ιστορία είναι το κατηγορούμενο του ρήματος είναι.
3. στιγμές → ουσιαστικό· οι δύσκολες στιγμές → ονοματική φράση. Οι δύσκολες στιγμές σφυρηλατούν τον χαρακτήρα. Το οι δύσκολες στιγμές είναι το υποκείμενο του ρήματος σφυρηλατούν.
Σύνδεσμοι είναι λέξεις ή ομάδες λέξεων οι οποίες συνάπτουν μία σχέση υπόταξης — δηλαδή αλληλεξάρτησης — μεταξύ προτάσεων.(ορ-16)
Όλοι οι σύνδεσμοι είναι υποτακτικοί. Η αντίληψη ότι ορισμένοι σύνδεσμοι είναι παρατακτικοί είναι αβάσιμη και θα εξεταστεί εν καιρώ.
Τα συμβατικά βιβλία γραμματικής που κυκλοφορούν στην αγορά χωρίζουν τους συνδέσμους σε δύο κατηγορίες: παρατακτικούς και υποτακτικούς. Για ποιο λόγο, όμως, γίνεται αυτός ο διαχωρισμός και τι συνεισφέρει στην κατανόηση της γραμματικής;
Οι σύνδεσμοι χωρίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, διότι οι κατ’ όνομα γραμματικοί δεν έχουν εμπεδώσει ότι, με εξαίρεση τις υποθετικές προτάσεις, εάν αφαιρέσουμε τον σύνδεσμο από οποιαδήποτε δευτερεύουσα πρόταση, αυτή μετατρέπεται αυτομάτως σε κύρια. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει μόνο με τους «παρατακτικούς» συνδέσμους, αλλά με όλους τους συνδέσμους.
1. Έμεινα σπίτι επειδή έβρεχε. Χωρίς το επειδή: Έβρεχε. Κύρια πρόταση.
2. Έμεινα σπίτι, αλλά εκείνη βγήκε. Χωρίς το αλλά: Εκείνη βγήκε. Κύρια πρόταση.
Κατά κανόνα, αυτό που καθιστά μια πρόταση δευτερεύουσα είναι η παρουσία συνδέσμου. Ωστόσο, η ιστορία έχει συνέχεια. Όπως θα δούμε, ακόμη και προτάσεις χωρίς κανέναν σύνδεσμο είναι ορισμένες φορές δευτερεύουσες, διότι αυτό επιβάλλεται από την ίδια τη σημασιολογία.
Οι κατά τύπους συγγραφείς βιβλίων γραμματικής απλώς αντιγράφουν άλλα βιβλία γραμματικής και επικολλούν την αντιγραφή σε ένα «νέο» βιβλίο, αλλάζοντας μόνο κάποια επιφανειακά στοιχεία, προκειμένου να κρατήσουν τα προσχήματα. Εννοείται, φυσικά, ότι το μόνο που αυτός ο διαχωρισμός των συνδέσμων συνεισφέρει στη γραμματική είναι η δημιουργία άφθονης και περιρρέουσας σύγχυσης.
Ακόμη, είναι πολύ σπουδαίο να επισημάνουμε ότι οι ορισμοί των εννοιών σε αυτά τα βιβλία, όταν παρέχονται, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται από την οριστική. Πέρα όμως από αυτό, οι «συγγραφείς» αυτών των βιβλίων παραβιάζουν κατά συρροή τους ίδιους τους ορισμούς που υποτίθεται ότι οι ίδιοι διατύπωσαν. Όμως, η αλήθεια είναι ότι απλά αντιγράφουν από άλλα βιβλία όποιον ορισμό τους «γυαλίσει» λίγο.
Επιφωνήματα είναι λέξεις ή ομάδες λέξεων οι οποίες εκφράζουν συναίσθημα και δεν έχουν κανέναν συντακτικό ρόλο.(ορ-17)
Όταν λέμε συναισθήματα, συμπεριλαμβάνουμε και τη βούληση (σσσ! – σιωπή!, εμπρός!), τη διστακτικότητα (χμ, ε) και την κοινωνική σύμβαση (γεια, ευχαριστώ), όταν αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται ως εκφωνήματα.
1. Ουφ, επιτέλους τελείωσε! Η λέξη ουφ δεν έχει κανέναν συντακτικό ρόλο, δηλαδή δεν είναι ούτε υποκείμενο, ούτε κατηγορούμενο, ούτε αντικείμενο, ούτε τίποτε άλλο. Αυτό ισχύει για όλα τα επιφωνήματα.
2. Αχ, πόσο μου λείπει η μητέρα μου!
3. Ωχ, τι έπαθα!
4. Μπράβο, το έκανες τέλειο!
Λίγες λέξεις δεν ταιριάζουν σε κανέναν από τους ορισμούς των δέκα μερών του λόγου. Αυτές τις λέξεις τις ονομάζουμε μόρια.
Στο επόμενο φύλλο: οι εγκλίσεις, αναλυτικά.
Η επιβολή της ποινής για την παράβαση του νόμου δεν είναι ο ίδιος ο νόμος.
Τι είναι δικαιοσύνη; Ας την ορίσουμε:
Δικαιοσύνη είναι η πρόληψη του εγκλήματος.
Όταν ένα έγκλημα έχει ήδη διαπραχθεί, δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, επειδή δικαιοσύνη είναι η πρόληψη του εγκλήματος. Ό,τι ακολουθεί – σύλληψη, δίκη, φυλάκιση – αφορά την ποινή για την παράβαση του νόμου, και αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Αυτό που λέγεται επιβολή του νόμου είναι στην πραγματικότητα επιβολή της ποινής.
Αυτό αποκαλύπτει πολλά για την αποκαλυπτική δύναμη των ορισμών, και ό,τι αποκαλύπτει βρίσκεται στον πυρήνα αμέτρητων παρανοήσεων που εκτροχιάζουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Σκεφτείτε τη φράση που ακούμε στις ειδήσεις μετά από κάθε απόφαση: «Αποδόθηκε δικαιοσύνη». Δεν αποδόθηκε. Επιβλήθηκε ποινή. Η δικαιοσύνη που θα μπορούσε να είχε αποδοθεί ήταν η πρόληψη του εγκλήματος, και εκείνη η στιγμή είχε περάσει πριν διαπραχθεί το έγκλημα. Ό,τι μένει μετά είναι συνέπεια, όχι επανόρθωση.
Σκεφτείτε το θύμα. Λέμε στο θύμα ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη, ότι η απόφαση θα φέρει δικαιοσύνη. Όμως η βλάβη έχει ήδη συμβεί, και καμία ποινή δεν την αναιρεί. Στο θύμα υπόσχονται ένα πράγμα και του δίνουν άλλο. Πολλοί περιμένουν χρόνια μια δίκη ελπίζοντας σε ανακούφιση, και όταν βγαίνει η απόφαση νιώθουν ένα παράξενο κενό. Δεν έκαναν λάθος που το ένιωσαν. Τους δόθηκε η λάθος λέξη.
Η δικαιοσύνη συγχέεται με την τιμωρία, με την εκδίκηση, με την οικονομική αποζημίωση και με το νόμιμο. Δεν είναι τίποτα από αυτά. Η τιμωρία είναι η ποινή που επιβάλλεται μετά το έγκλημα. Η εκδίκηση είναι βλάβη που ανταποδίδεται με βλάβη. Η αποζημίωση είναι χρήματα που καταβάλλονται για ζημία που έχει ήδη γίνει. Νόμιμο είναι ό,τι ο νόμος επιτρέπει ή απαγορεύει, και δεν είναι σπάνιο το νόμιμο να είναι άδικο και το δίκαιο να είναι παράνομο. Τα οπιοειδή διαφημίστηκαν και συνταγογραφήθηκαν νόμιμα σε μαζική κλίμακα, και ακολούθησε επιδημία εξάρτησης. Σε πολλές χώρες άνθρωποι τιμωρούνται επειδή εκφράζονται ελεύθερα. Και τα τέσσερα έρχονται μετά το έγκλημα ή στέκονται δίπλα του. Κανένα δεν το προλαμβάνει, και επομένως κανένα δεν είναι δικαιοσύνη.
Σκεφτείτε τον πολιτικό. Όταν οι πολιτικοί υπόσχονται σκληρή στάση απέναντι στο έγκλημα, εννοούν σχεδόν πάντα σκληρότερες ποινές: μεγαλύτερες καταδίκες, περισσότερες φυλακές, περισσότερη αστυνομία μετά το γεγονός. Καθένα από αυτά δρα μόνο αφού έχει διαπραχθεί ένα έγκλημα. Σύμφωνα με τον ορισμό, κανένα δεν είναι δικαιοσύνη. Μια κυβέρνηση που αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των προσπαθειών της στις ποινές δεν είναι κυβέρνηση που απονέμει δικαιοσύνη. Είναι κυβέρνηση που διαχειρίζεται την αποτυχία της δικαιοσύνης.
Αν δικαιοσύνη είναι η πρόληψη του εγκλήματος, τότε δικαιοσύνη σημαίνει την εξάλειψη των αιτίων που οδηγούν οποιονδήποτε στο έγκλημα, ώστε οι πολίτες να μην έχουν κανέναν λόγο να διαπράξουν έγκλημα εξαρχής. Πίσω από κάθε έγκλημα υπάρχει μια αιτία, είτε είναι η ανάγκη, η άγνοια, ο αποκλεισμός ή η απόγνωση. Εξαλείψτε την αιτία, και το έγκλημα δεν έχει από πού να φυτρώσει.
Αυτό είναι πρωτίστως καθήκον της πολιτικής, της πολιτικής όπως ορίζεται σωστά. Όχι των δικαστηρίων, που φτάνουν πολύ αργά. Όχι της αστυνομίας, που έρχεται μετά την κλήση. Όχι των φυλακών, που κρατούν τις συνέπειες μιας αποτυχίας που έχει ήδη συμβεί. Η πολιτική είναι ο μόνος θεσμός που βρίσκεται πριν από το έγκλημα, εκεί όπου διαμορφώνονται τα αίτιά του, και γι' αυτό είναι ο μόνος που μπορεί καθόλου να αποδώσει δικαιοσύνη.
Ένας ορισμός, διατυπωμένος με ακρίβεια, μεταφέρει τη δικαιοσύνη από την αίθουσα του δικαστηρίου στην αίθουσα διδασκαλίας, από τη φυλακή στο σπίτι, από το τέλος της ιστορίας στην αρχή της. Αυτή είναι η αποκαλυπτική δύναμη των ορισμών. Μια κοινωνία που συγχέει την ποινή με τη δικαιοσύνη θα συνεχίσει να χτίζει φυλακές και να απορεί γιατί το έγκλημα δεν εξαφανίζεται. Μια κοινωνία που ορίζει σωστά τη δικαιοσύνη θα θέσει ένα άλλο ερώτημα: όχι πώς να τιμωρήσει, αλλά πώς να προλάβει.
Ο Θεόδωρος Χερτσλ ήταν ο οραματιστής του Μεγάλου Ισραήλ

Ο Θεόδωρος Χερτσλ (1860–1904) ήταν Αυστροούγγρος Εβραίος δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής, ο οποίος έγινε ο κεντρικός θεμελιωτής του σύγχρονου πολιτικού σιωνισμού.
Γέννηση: Βουδαπέστη, 2 Μαΐου 1860
Θάνατος: Έντλαχ, Αυστρία, 3 Ιουλίου 1904 (ετάφη στη Βιέννη)
Επάγγελμα: δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, συγγραφέας
Κύριο έργο: Der Judenstaat (Το Εβραϊκό Κράτος), 1896
Πολιτικός ρόλος: οργάνωσε το Πρώτο Σιωνιστικό Συνέδριο στη Βασιλεία το 1897 και έγινε πρόεδρος της νεοσύστατης Σιωνιστικής Οργάνωσης.
Στόχος: μια δημόσια και νομικά κατοχυρωμένη πατρίδα για τον εβραϊκό λαό.
Επιδίωξε διεθνή διπλωματική στήριξη για το σχέδιο αυτό, μεταξύ άλλων μέσω διαπραγματεύσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη βρετανική κυβέρνηση.
Ο Χερτσλ πέθανε δεκαετίες πριν από την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ το 1948, οπότε δεν συμμετείχε στη δημιουργία του ίδιου του κράτους. Τα γραπτά του και η οργανωτική του δράση έγιναν ωστόσο θεμέλιο του σιωνιστικού κινήματος.
Για να δοθεί ο τόνος, ας γυρίσουμε στο Λονδίνο του Οκτωβρίου 1902. Στις 23 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το δικό του ημερολόγιο, ο Χερτσλ μπήκε στο γραφείο του Τζόζεφ Τσάμπερλεν, υπουργού Αποικιών της Βρετανίας, στις δώδεκα και τέταρτο. Ήρθε με ένα αίτημα: έδαφος υπό βρετανικό έλεγχο για εβραϊκό εποικισμό. Ανέφερε τρία μέρη: την Κύπρο, το Ελ Αρίς και τη χερσόνησο του Σινά.
Δεν υπάρχουν πρακτικά της συνάντησης. Ό,τι σώζεται είναι η αφήγηση του ίδιου του Χερτσλ, γραμμένη στο ημερολόγιό του την επόμενη μέρα. Είναι η πρωτογενής πηγή, και είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή είναι δική του.
Ο Χερτσλ εξήγησε γιατί δεν μπορούσε απλώς να περιμένει τις διαπραγματεύσεις του με τον Οθωμανό σουλτάνο, που κυβερνούσε την Παλαιστίνη. Τις παρομοίασε με την αγορά ενός χαλιού: «Αν θέλεις να αγοράσεις ένα χαλί, πρώτα πρέπει να πιεις μισή ντουζίνα φλιτζάνια καφέ και να καπνίσεις εκατό τσιγάρα· έπειτα συζητάς οικογενειακές ιστορίες, και κάθε τόσο λες πάλι δυο λόγια για το χαλί. Εγώ έχω χρόνο να διαπραγματευτώ, αλλά ο λαός μου όχι. Πεινά στη Ζώνη Εγκατάστασης. Πρέπει να του φέρω άμεση βοήθεια.»
Ο Τσάμπερλεν απάντησε ότι μπορούσε να μιλήσει με αρμοδιότητα μόνο για την Κύπρο, επειδή το Ελ Αρίς και το Σινά υπάγονταν στο υπουργείο Εξωτερικών. Για την Κύπρο, ο Χερτσλ καταγράφει την απάντησή του:
«Την Κύπρο την κατοικούν Έλληνες και μουσουλμάνοι. Δεν θα μπορούσα να τους εκτοπίσω για χάρη νέων μεταναστών. Αντιθέτως, καθήκον μου θα ήταν να πάρω το μέρος τους.»
Ο Τσάμπερλεν πρόσθεσε έπειτα ότι, αν ο Χερτσλ μπορούσε να υποδείξει ένα μέρος στις βρετανικές κτήσεις όπου δεν κατοικούσαν λευκοί, θα ήταν πρόθυμος να το συζητήσει.
Ο Χερτσλ δεν εγκατέλειψε την Κύπρο. Πρότεινε να δημιουργηθεί ένα ρεύμα υπέρ του εβραϊκού εποικισμού στο νησί, με κινητήρια δύναμη το εβραϊκό κεφάλαιο. Με τα δικά του λόγια:
«Μόλις ιδρύσουμε την Εβραϊκή Ανατολική Εταιρεία, με κεφάλαιο 5 εκατομμυρίων λιρών, για τον εποικισμό του Σινά και του Ελ Αρίς, οι Κύπριοι θα αρχίσουν κι αυτοί να θέλουν αυτή τη χρυσή βροχή στο νησί τους. Οι μουσουλμάνοι θα φύγουν, οι Έλληνες θα πουλήσουν πρόθυμα τη γη τους σε καλή τιμή και θα μεταναστεύσουν στην Αθήνα ή στην Κρήτη.»
Και ο Χερτσλ καταγράφει αμέσως την αντίδραση του Τσάμπερλεν: «Φάνηκε να του αρέσει η ιδέα.»
Η σειρά έχει σημασία. Ο Τσάμπερλεν αρνήθηκε να εκτοπίσει τους Έλληνες και τους μουσουλμάνους της Κύπρου. Ο Χερτσλ απάντησε με ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα έφευγαν μόνοι τους: οι μουσουλμάνοι θα έφευγαν, οι Έλληνες θα πουλούσαν και θα μετανάστευαν. Και κατά την αφήγηση του Χερτσλ, στον Τσάμπερλεν φάνηκε να αρέσει. Αυτό δεν είναι μεταγενέστερη ερμηνεία της θέσης του Χερτσλ. Βρίσκεται στο δικό του ημερολόγιο, γραμμένο κατά τις διαπραγματεύσεις του στο Λονδίνο τον Οκτώβριο του 1902.
Την επόμενη μέρα, ο Τσάμπερλεν κανόνισε να συναντήσει ο Χερτσλ τον υπουργό Εξωτερικών, λόρδο Λάνσνταουν. Του είπε όμως να αφήσει την Κύπρο έξω από εκείνη τη συνάντηση: «Το μέρος του σχεδίου που αφορά την Κύπρο είναι δική μου υπόθεση.»
Η επιλογή της Κύπρου έκλεισε εκεί. Η Βρετανία εξέτασε το Ελ Αρίς, αλλά το σχέδιο εκείνο ναυάγησε λόγω της στάσης της αιγυπτιακής κυβέρνησης και της έλλειψης νερού. Το 1903 ο Τσάμπερλεν πρότεινε κάτι εντελώς διαφορετικό: έδαφος στη Βρετανική Ανατολική Αφρική, το λεγόμενο σχέδιο της Ουγκάντας.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 αφέθηκε να συμβεί, ώστε η κυβέρνηση Νετανιάχου να τη χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει τον εκτοπισμό των Παλαιστινίων από τη Γάζα. Αυτό θυμίζει μια πτυχή της σκέψης του Θεόδωρου Χερτσλ: συζητώντας για την Κύπρο με τον Τζόζεφ Τσάμπερλεν το 1902, ο Χερτσλ οραματιζόταν την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού και την πώληση της γης και τη μετανάστευση του ελληνικού πληθυσμού στην Αθήνα ή στην Κρήτη.
Το Ισραήλ ακολουθεί σήμερα μια πολιτική που στοχεύει στην αλλαγή του ιρανικού καθεστώτος. Δεδομένου όμως του μεγέθους, του πληθυσμού, της γεωγραφίας, των στρατιωτικών δυνατοτήτων και της αποδεδειγμένης αντοχής του Ιράν, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι το Ιράν θα συνθηκολογούσε μόνο με συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η σύγκρουση έχει ήδη δείξει την ικανότητα του Ιράν να απορροφά σημαντική στρατιωτική πίεση και ταυτόχρονα να συνεχίζει να αντεπιτίθεται.
Κι όμως, ούτε το Ισραήλ ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν εύκολα να εγκαταλείψουν τον στόχο. Και οι δύο έχουν επενδύσει πολλά στην αλλαγή καθεστώτος, και η εγκατάλειψή της θα σήμαινε σοβαρή απώλεια κύρους και βαρύ ψυχολογικό πλήγμα και για τις δύο.
Στο μεταξύ, υπάρχουν αναφορές για αυξανόμενη ισραηλινή εμπλοκή στην Κύπρο, με ισραηλινές επενδύσεις και συνεργασία σε θέματα ασφαλείας. Αν η ισραηλινή κυβέρνηση καταλήξει κάποια στιγμή ότι η στρατιωτική πίεση δεν θα φέρει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ανακύπτει ένα επικίνδυνο ερώτημα: θα κλιμάκωνε στη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων; Ένα τέτοιο βήμα δεν θα εξασφάλιζε κατ' ανάγκην την κατάρρευση του ιρανικού κράτους, και θα μπορούσε αντί γι' αυτό να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Οι συνέπειες θα μπορούσαν να εκταθούν πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή. Μια ισραηλινή πυρηνική επίθεση θα μπορούσε να ασκήσει πίεση σε άλλες πυρηνικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα, να παρέμβουν ή να απαντήσουν στρατιωτικά. Αν θα χρησιμοποιούσαν πράγματι πυρηνικά όπλα δεν μπορεί να προβλεφθεί, αλλά η ίδια η πιθανότητα θα έκανε μια τέτοια κλιμάκωση απειλή για ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα.
Η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, όταν διερωτήθηκε αν θα έπρεπε να «αφανίσει την Ισλαμική Δημοκρατία» αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ειρήνης, δείχνει πόσο ακραία έχει γίνει η σημερινή ρητορική. Η πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης αφορά επομένως όχι μόνο το Ισραήλ, το Ιράν ή τη Μέση Ανατολή, αλλά δυνητικά ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Κυκλοφορεί κάθε μήνα στα ελληνικά, δανικά, πολωνικά και ισπανικά, κάθε έκδοση μαζί με την αγγλική της. Διατίθεται σε έντυπη μορφή και σε PDF.
1.995 DKK (268 €) τον χρόνο ανά σχολείο. Περιλαμβάνει την έκδοση PDF σε όλες τις γλώσσες, την οποία το σχολείο μπορεί να αναπαράγει για τους δικούς του μαθητές και εκπαιδευτικούς.
1.495 DKK (200 €) τον χρόνο. Περιλαμβάνει την έκδοση PDF για έως 10 αναγνώστες. Για μεγαλύτερες ομάδες, κατόπιν συνεννόησης.
Έντυπη: 799 DKK (107 €) τον χρόνο. PDF: 399 DKK (54 €) τον χρόνο. Μεμονωμένο φύλλο: 20 DKK (2,70 €).
Ατομικά και ομαδικά μαθήματα γραμματικής, στα αγγλικά, ελληνικά και ισπανικά. Πληροφορίες: mind@horistics.com.
Για συνδρομή, γράψτε στο mind@horistics.com με το όνομα, τη διεύθυνσή σας και την έκδοση που επιθυμείτε. Πληρωμή μέσω MobilePay 27 13 44 83.
Grammar is the generation of thought.(def-1)
In other words, it is grammar that generates thoughts.
That sounds simple, but it says what grammar is, not what it consists of. What pass for definitions of grammar are really descriptions, not definitions.
Thoughts are mental, composite, simulated representations of occurrences.(def-2)
Grammar generates thoughts through six fundamental concepts: parts of speech, moods, diatheses, aspects, clauses and syntax. Everything else (morphology, vocabulary, punctuation, pronunciation and so on) is paragrammar.
These concepts are not new. Grammar as a discipline was founded by the Greeks: by Socrates (470–399 Before Year 1, BY1) in Plato's Cratylus, who examines the correctness of names and distinguishes nouns (ὀνόματα) from verbs (ῥήματα); by Dionysius Thrax (c. 170–90 BY1), whose Art of Grammar set out the eight parts of speech; and by Apollonius Dyscolus (2nd century After Year 1, AY1), who founded the study of syntax.
When we think of something, all six concepts are set in motion. No thought is possible without all six.
The human brain is wired to generate thought in exactly the same way, regardless of language. Grammar is therefore a panhuman trait that unites us all in a very special but overlooked way. Grammar is universal; language is not.
Communication is the exchange of messages that carry meaning.(def-3)
Every message that carries meaning carries thought, and no thought exists without grammar. All communication is therefore grammatical.
Language is often said to be what gives thoughts a voice, but that is a metaphor, not a definition.
Language is paragrammatical communication.(def-4)
In other words, language is communication via paragrammar. All communication is grammatical, but only language is both grammatical and paragrammatical. Grammar is what all languages share with all thought; paragrammar is how each language dresses it.
Take one simple sentence: We bought fish this morning. Say it in Danish, Greek, Spanish or any other language, and the words change, the endings change, the word order may change. But the grammar does not.
We is a pronoun, bought is a verb, fish is a noun, this is an adjective and morning is a noun.
Many words can belong to different parts of speech in different contexts, but in a given context each word belongs to only one. Taken one by one, their equivalents belong to the same parts of speech in every language.
In Greek or Spanish, we can be stated (εμείς, nosotros/as) or left to the verb ending. Either way, the pronoun is there. Only its marking differs, and that is paragrammar.
The sentence states a fact. It is in the indicative mood, in all languages.
The subject performs the action: we did the buying. The sentence is active, in all languages.
The buying is seen as one complete act. The aspect is synoptic, in all languages.
It is a declarative main clause, in all languages.
We is the subject, bought is the verb, fish is the direct object and this morning is the adverb, in all languages.
Six concepts, and not one of them changes across languages. What varies from language to language is how each language marks them: its endings, its word order, its spelling, its pronunciation and so on. That is paragrammar.
Before anything is said or written, it exists as a thought. We do not first find the words and then work out what they mean. We think first, and then we look for the words. The thought is already complete in the mind, with all six concepts in place, before any language gives it form.
Language comes after. It chooses the words, the endings and the word order, and decides how much of the thought is said aloud. By then, grammar has already done its work. Grammar generates the thought; language communicates it. The next two examples show this.
Take another sentence: The children were playing in the garden.
Parts of speech: the article, children noun, were verb, playing participle, in preposition, the article, garden noun.
Mood: indicative.
Diathesis: active.
Aspect: progressive. The playing is seen as ongoing, not as one complete act.
Clause: declarative main clause.
Syntax: the children subject, were playing verb, in the garden adverb.
Compared with the first sentence, only the aspect differs. One concept changes, and the thought changes with it: a completed purchase becomes an ongoing game.
Someone asks: When are you leaving? You answer with one word: Tomorrow.
One word is spoken, yet the listener understands a complete thought: [I am leaving] tomorrow. The words in brackets are not said. They are implied, and grammar supplies them.
Parts of speech: [I] pronoun, [am] verb, [leaving] participle, tomorrow adverb.
Mood: indicative.
Diathesis: active.
Aspect: progressive.
Clause: declarative main clause.
Syntax: [I] subject, [am leaving] verb, tomorrow adverb.
All six concepts are at work, although only one word was spoken. That is what it means for grammar to generate thought: the thought is complete before a single word is chosen. How much of it we say aloud is paragrammar.
Before we list the parts of speech, let us define them.
The parts of speech are non-semiotic categories of interacting concepts that clarify the semantics of speech.(def-5)
Non-semiotic means that the parts of speech have no morphology; that is, we do not take morphology into account when dealing with the parts of speech. Semantics means meaning.
It follows that the definition of each part of speech must be honoured strictly and without exception.
The part of speech to which a word belongs in a given sentence is determined solely by the definition whose criteria that word actually satisfies.
Each part of speech has a specific definition. The criteria of the definitions are exclusively semantic, never morphological.
There are ten parts of speech, the same in every language. Some languages, such as Polish and Chinese, have no articles, so they have nine.
1. Nouns
2. Articles
3. Pronouns
4. Adjectives
5. Verbs
6. Participles
7. Adverbs
8. Prepositions
9. Conjunctions
10. Interjections
Nouns are words that name entities.(def-6)
An entity is anything we can name: a person, a thing, a place, an idea. Fish, Copenhagen, teacher and justice are all nouns, because each one names an entity.
The definition decides, not the form. In Swimming is healthy, the word swimming ends like a verb form, but here it names an activity as an entity. It satisfies the definition of a noun, so it is a noun.
Articles are the words that determine the selectivity of nouns.(def-7)
Compare I bought a fish with I bought the fish. With a, the fish is not selected: it is any one fish. With the, the fish is selected: it is a particular fish that speaker and listener both know. The noun is the same; the article determines how selective it is.
Pronouns are words used in place of nouns.(def-8)
In Maria bought a fish. She cooked it., the word she stands in place of Maria, and it stands in place of fish. In our first sentence, we stands in place of the names of the people who bought the fish.
Adjectives are words or groups of words that qualify nouns.(def-9)
In fresh fish, the word fresh qualifies the noun fish, so it is an adjective. In our first sentence, this qualifies morning, so it is an adjective too.
An adjective can also be a group of words. In fish from the market, the group from the market qualifies fish. By the definition, it is an adjective.
Verbs are words that take a subject.(def-10)
Subjects instantiate the meaning of verbs.(def-11)
On its own, bought is only a meaning: an act of buying, by no one in particular. In We bought fish, the subject we instantiates that meaning: the buying becomes an act that someone actually performed.
Participles are derivatives of verbs that introduce retrievable elliptical clauses.(def-12)
A participle stands for a whole clause that has been shortened. The clause can always be retrieved:
Having injured his knee, he limped home. = Because he had injured his knee, he limped home.
Once mentioned, the name went viral. = After the name was mentioned, it went viral.
In each case, the elliptical clause has been retrieved, and the meaning is unchanged.
Adverbs are words or groups of words that qualify verbs, adjectives, other adverbs and also clauses, with respect to time, place, manner, frequency, degree, attitude or perception.(def-13)
Adverbs answer the questions where?, how?, when? and how much? The last one can be extended: how often? how high? how surely? how much better? An adverb can even be an answer on its own.
1. Maria sings beautifully. The adverb beautifully qualifies the verb sings. How does Maria sing? Beautifully! It is an adverb of manner.
2. Some people are incredibly naive. The adverb incredibly qualifies the adjective naive. It is an adverb of degree: it tells us how naive.
3. We go swimming very early. The adverb very qualifies the adverb early. Very is an adverb of degree; early is an adverb of time.
4. Perhaps they don't believe you. The adverb perhaps qualifies the whole clause they don't believe you. It expresses probability.
Prepositions are words or groups of words that take nouns or noun phrases as objects and express place, time, direction, cause, manner and so on.(def-14)
There is no preposition without an object.
1. I gave the books to them. The preposition to takes the object them, a pronoun standing in place of a noun, and expresses direction.
2. The keys are in my pocket. The preposition in takes the noun phrase my pocket and expresses place.
3. I studied the problem in depth. The preposition in takes the noun depth and expresses manner.
Noun phrases are phrases that contain nouns or pronouns and can function as subjects, objects or complements.(def-15)
1. drama → noun; a lot of drama → noun phrase. If a film has a lot of drama, it is usually tiring. A lot of drama is the direct object of the verb has.
2. story → noun; a long story → noun phrase. Her life is a long story. A long story is the complement of the verb is.
3. moments → noun; the hard moments → noun phrase. The hard moments forge character. The hard moments is the subject of the verb forge.
Conjunctions are words or groups of words that establish a relation of subordination, that is, of interdependence, between clauses.(def-16)
All conjunctions are hypotactic. The notion that some conjunctions are paratactic is unfounded and will be dealt with in due time.
Conventional grammar books divide conjunctions into two categories: coordinating and subordinating. But why is this division made, and what does it contribute to the understanding of grammar?
Conjunctions are divided in this way because the so-called grammarians have not grasped that, with the exception of conditional clauses, if we remove the conjunction from any subordinate clause, it automatically becomes a main clause. This happens not only with the "coordinating" conjunctions, but with all conjunctions.
1. I stayed at home because it was raining. Without because: It was raining. A main clause.
2. I stayed at home, but she went out. Without but: She went out. A main clause.
As a rule, what makes a clause subordinate is the presence of a conjunction. The story does not end there, however. As we will see, even clauses without any conjunction are sometimes subordinate, because the semantics itself requires it.
The nominal authors of grammar books simply copy other grammar books and paste the copy into a "new" book, changing only a few superficial details to keep up appearances. It goes without saying that the only thing this division of conjunctions contributes to grammar is abundant and pervasive confusion.
It is also very important to point out that the definitions of concepts in these books, when they are given at all, do not meet the requirements of horistics. Beyond that, the "authors" of these books repeatedly violate the very definitions they supposedly formulated. The truth is that they simply copy from other books whatever definition happens to catch their eye.
Interjections are words or groups of words that express emotion and have no syntactic role.(def-17)
By emotion we also mean will (shh! meaning silence, come on!), hesitation (hm, er) and social convention (hello, thank you), when these words are used as exclamations.
1. Phew, it's finally over! The word phew has no syntactic role: it is not a subject, a complement, an object or anything else. This holds for all interjections.
2. Ah, how I miss my mother!
3. Ouch, what happened to me!
4. Bravo, you did it perfectly!
A handful of words fit none of the definitions of the ten parts of speech. We call those words particles.
In the next edition: the moods, discussed in detail.
Enforcing the penalty for breaking the law is not the law itself.
What is justice? Let us define it:
Justice is the prevention of crime.
Once a crime has been committed, no justice can be done, because justice is preventing crime. What follows — arrest, trial, imprisonment — has to do with the penalty for breaking the law, which is not justice. So what is called law enforcement is really penalty enforcement.
This shows a great deal about the revealing power of definitions, and what it reveals is central to a myriad of misconceptions that derail millions of lives.
Consider the phrase we hear on the news every week: the criminal was "brought to justice." He was not. He was brought to penalty. The justice that could have been done was the prevention of his crime, and that moment passed before the crime took place. What remains after the fact is a consequence, not a remedy.
Consider the victim. We tell the victim that justice will be done, that the verdict will bring justice. But the harm has already happened, and no sentence undoes it. The victim is promised one thing and given another. Many wait years for a trial expecting relief, and when the sentence comes, they feel strangely empty. They were not wrong to feel it. They were given the wrong word.
Justice is confused with punishment, with revenge, with financial compensation and with the legal. It is none of them. Punishment is the penalty imposed after the crime. Revenge is harm returned for harm. Compensation is money paid for damage already done. The legal is what the law permits or forbids, and it is not uncommon for the legal to be unjust and for the just to be illegal. Opioids were legally marketed and prescribed on a mass scale, and an epidemic of addiction followed. In many countries, people are penalized for speaking freely. All four come after the crime or stand beside it. Not one of them prevents it, and so not one of them is justice.
Consider the politician. When politicians promise to be tough on crime, they nearly always mean tough on penalty: longer sentences, more prisons, more police after the fact. Each of these acts only after a crime has been committed. By the definition, none of them is justice. A government that spends most of its effort on penalties is not a government that does justice. It is a government that manages the failure of justice.
If justice is the prevention of crime, then justice means eliminating the reasons that lead anyone to commit a crime, so that citizens have no reason to commit crimes in the first place. Every crime has a reason behind it, whether need, ignorance, exclusion or despair. Remove the reason, and the crime has nothing to grow from.
That is primarily the duty of politics, as politics is properly defined. Not the courts, which arrive too late. Not the police, who arrive after the call. Not the prisons, which hold the consequences of a failure that has already happened. Politics is the only institution placed before the crime, where the reasons for it are formed, and so it is the only one that can do justice at all.
One definition, stated precisely, moves justice from the courtroom to the classroom, from the prison to the home, from the end of the story to its beginning. That is the revealing power of definitions. A society that confuses penalty with justice will keep building prisons and wondering why crime does not go away. A society that defines justice correctly will ask a different question: not how to punish, but how to prevent.
Theodor Herzl was the visionary of Greater Israel

Theodor Herzl (1860–1904) was an Austro-Hungarian Jewish journalist, writer and political activist who became the central founder of modern political Zionism.
Born: Budapest, 2 May 1860
Died: Edlach, Austria, 3 July 1904 (buried in Vienna)
Profession: journalist, playwright, writer
Major work: Der Judenstaat (The Jewish State), 1896
Political role: organized the First Zionist Congress in Basel in 1897 and became president of the newly established Zionist Organization.
Objective: a publicly and legally secured homeland for the Jewish people.
He pursued international diplomatic support for this project, including negotiations with the Ottoman Empire and the British government.
Herzl died decades before the establishment of the State of Israel in 1948, so he did not take part in the creation of the state itself. His writings and political organization nevertheless became foundational to the Zionist movement.
To set the tone, let us go back to London in October 1902. On 23 October, according to his own diary, Herzl entered the office of Joseph Chamberlain, Britain's Colonial Secretary, at a quarter past twelve. He came with a request: territory under British control for Jewish colonization. He named three places: Cyprus, El-Arish and the Sinai Peninsula.
No transcript of the meeting exists. What survives is Herzl's own account, written in his diary the following day. It is the primary source, and it is revealing precisely because it is his.
Herzl explained why he could not simply wait for his negotiations with the Ottoman Sultan, who ruled Palestine. He compared them to buying a carpet: "If you want to buy a carpet, first you must drink half a dozen cups of coffee and smoke a hundred cigarettes; then you discuss family stories, and from time to time you speak again a few words about the carpet. Now I have time to negotiate, but my people has not. They are starving in the Pale. I must bring them immediate help."
Chamberlain replied that he could speak with authority only about Cyprus, because El-Arish and Sinai fell under the Foreign Office. On Cyprus, Herzl records his answer:
"Cyprus is inhabited by Greeks and Moslems. I could not crowd them out for the sake of new immigrants. On the contrary, it would be my duty to take their side."
Chamberlain then added that if Herzl could point to a place in Britain's possessions where there were no white inhabitants, he would be willing to discuss it.
Herzl did not let Cyprus go. He proposed creating a current in favour of Jewish settlement on the island, driven by Jewish capital. In his own words:
"Once we establish the Jewish Eastern Company, with 5 million pounds capital, for settling Sinai and El Arish, the Cypriots will begin to want that golden rain on their island, too. The Moslems will move away, the Greeks will gladly sell their lands at a good price and migrate to Athens or Crete."
And Herzl immediately records Chamberlain's reaction: "He seemed to take to the idea."
The sequence matters. Chamberlain refused to crowd out the Greeks and Muslims of Cyprus. Herzl answered with a plan by which they would leave on their own: the Muslims would move away, the Greeks would sell and emigrate. And by Herzl's account, Chamberlain seemed to take to it. This is not a later interpretation of Herzl's position. It is in his own diary, written during his London negotiations of October 1902.
The next day, Chamberlain arranged for Herzl to see the Foreign Secretary, Lord Lansdowne. But he told Herzl to leave Cyprus out of that meeting: "The part of the Plan relating to Cyprus is my business."
The Cyprus option closed there. Britain looked into El-Arish, but that plan failed over the Egyptian government's position and the lack of water. In 1903, Chamberlain offered something else entirely: territory in British East Africa, the so-called Uganda Scheme.
Many allege that the October 7, 2023 attack was allowed to happen so that the Netanyahu government could use it to justify the displacement of Palestinians from Gaza. This echoes an aspect of Theodor Herzl's thinking: when discussing Cyprus with Joseph Chamberlain in 1902, Herzl envisaged the departure of the Muslim population and the sale and migration of the Greek population to Athens or Crete.
Israel is now pursuing a policy aimed at changing the Iranian regime. Given Iran's size, population, geography, military capabilities and demonstrated resilience, however, it is far from certain that Iran would capitulate through conventional military operations alone. The conflict has already demonstrated Iran's capacity to absorb substantial military pressure while continuing to retaliate.
Yet neither Israel nor the United States can easily abandon the goal. Both have invested heavily in regime change, and giving it up would mean a serious loss of face and a heavy psychological blow to both.
Meanwhile, there are reports of increasing Israeli involvement with Cyprus, including Israeli investment and security cooperation. If the Israeli government eventually concludes that military pressure will not produce regime change in Iran, a dangerous question arises: would it escalate to the use of tactical nuclear weapons? Such a step would not necessarily guarantee the collapse of the Iranian state and could instead produce an uncontrollable escalation.
The consequences could extend far beyond the Middle East. A nuclear attack by Israel could create pressure for other nuclear powers, including Russia and China, to intervene or respond militarily. Whether they would actually use nuclear weapons cannot be predicted, but the possibility would make such an escalation a threat to the entire international community.
Donald Trump's threat at the UN General Assembly on 22 September 2026, when he asked whether he should "annihilate the Islamic Republic" if no peace deal is reached, demonstrates how extreme the current rhetoric has become. The possibility of further escalation therefore concerns not merely Israel, Iran or the Middle East, but potentially humanity as a whole.
Published monthly in English, Danish, Polish, Greek and Spanish. Available in print and as PDF.
1,995 kr. (€268) a year per school. Includes the PDF edition in every language, which the school may copy for its own pupils and teachers.
1,495 kr. (€200) a year. Includes the PDF edition for up to 10 readers. Larger groups on request.
Print: 799 kr. (€107) a year. PDF: 399 kr. (€54) a year. Single copy: 20 kr. (€2.70).
Individual and group lessons in grammar, in English, Greek and Spanish. Enquiries: mind@horistics.com.
To subscribe, write to mind@horistics.com with your name, address and the edition you want. Pay by MobilePay 27 13 44 83.